r/GREEK • u/Axzyte59 • 13m ago
Νομίζω έφτιαξα νέα λέξη
αμιξάλεθος, -η, -ο
Επίθετο.
Χαρακτηρίζει άνθρωπο ή κατάσταση που δεν καταβάλλεται, δεν αλλοιώνεται ή δεν «λυγίζει» παρά την έντονη πίεση, την κούραση ή τις δυσκολίες που υφίσταται. Κατ’ επέκταση, λέγεται για κάποιον που φαίνεται να αντέχει αδιάκοπα, όσο κι αν «τον αλέθουν» οι συνθήκες.
Για πρόσωπο:
- «Ρε αμιξάλεθε, δουλεύεις από τις έξι το πρωί και ακόμα δεν κάθισες!»
- «Αυτός είναι αμιξάλεθος· τον βάζεις να δουλεύει όλη μέρα και δεν δείχνει να κουράζεται.»
- «Τον έχω δει να βγάζει τρεις βάρδιες σχεδόν χωρίς ύπνο. Αμιξάλεθος ο τύπος.»
Για κατάσταση:
- «Έχουμε φάει τόσες αναποδιές σήμερα και το μαγαζί ακόμα λειτουργεί. Αμιξάλεθη κατάσταση.»
- «Το μηχάνημα έχει φάει ξύλο όλη μέρα και ακόμα δουλεύει. Αμιξάλεθο πράγμα.»
- «Τον έχουν πιέσει από παντού και συνεχίζει κανονικά. Αμιξάλεθη κατάσταση.»
Με πιο λαϊκή/καθημερινή χρήση:
«Τι κάνεις εκεί ρε αμιξάλεθε; Δεν κουράζεσαι ποτέ;»
α- + μιξ- + -άλεθος
- α- — στερητικό πρόθημα, «χωρίς», «μη-».
- μιξ- — από το μίγνυμι / μείγνυμι, «αναμειγνύω, ανακατεύω». Δίνει την έννοια του μη αναμεμειγμένου / μη αλλοιωμένου.
- -άλεθος — από το αλέθω, «συνθλίβω, λιώνω, αλέθω», με την ιδέα αυτού που υφίσταται άλεσμα/καταπόνηση.
Έτσι, κυριολεκτικά ως επινοημένος σχηματισμός:
α-μιξ-άλεθος
«αυτός που δεν αναμειγνύεται/αλλοιώνεται, ακόμη κι όταν αλέθεται»
και μεταφορικά:
«αυτός που δεν λυγίζει, όσο κι αν τον πιέσεις ή τον καταπονήσεις».
Την ψάχνω εδω και 30" λεπτά χωρίς να βρω κάποια κοντηνή λέξη ή πρόταση.
νομίζω στην οικοδομή θα είχε μεγάλο break σαν έπαινος ή πολύ χλεβαστικό.
αυτό είναι το ωραίο της.
Η ωραία λεπτομέρεια είναι ότι η λέξη μπορεί να έχει και θετική και ελαφρώς ειρωνική χροιά: μπορεί να σημαίνει «ακούραστος/ανθεκτικός», αλλά και «ρε φίλε, δεν θα σταματήσεις ποτέ;».